Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013





Επιστροφή

 

Είχα μήνες να πιάσω μολύβι και χαρτί στα χέρια μου. Μήνες είχα να ακούσω τον ήχο του μολυβιού πάνω στο λείο χαρτί. Μήνες , μάλλον, είχα να αναμετρηθώ μέσα μου. Ίσως αυτή είναι η μαγεία του γραψίματος. Να σε απελευθερώνει, να σου δίνει ζωή και συνάμα να στην παίρνει. Ανάγκη βιοτική, που σε φέρνει αντιμέτωπο με όλα εκείνα που στιβάζεις στις γωνίες του μυαλού σου για κάποια άλλη στιγμή , ίσως και για ποτέ. Θέλει δύναμη να κάνεις τη δική σου αυτοκριτική.  Δύναμη και θάρρος. Μάθαμε να κρίνουμε τους άλλους, να τους κατακρίνουμε χωρίς να προσπαθούμε να καταλάβουμε τη δική τους θέση. Έτσι γίναμε. Να ξεχνάμε το δικό μας πόνο , ηδόμενοι με τον πόνο των άλλων. Και όταν αποκαμωμένοι από την εξοντωτική αυτήν προσπάθεια ψάχνουμε ένα καταφύγιο, το βρίσκουμε μέσα μας. Πόσες φορές ρωτήσαμε τον εαυτό μας πως νιώθει? Πόσες φορές αφουγκραστήκαμε το δικό μας πόνο? Πόσες φορές υποκριθήκαμε για να μείνουμε ζωντανοί? Πόσες φορές κρυφτήκαμε από τον αλάνθαστο κριτή, από τον ίδιο μας τον εαυτό? Πολλές , είναι οι απάντηση. Μας λείπει η δύναμη , το θάρρος , η υπομονή, τι? Τίποτα. Το μόνο που μας λείπει είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Αλλοιωθήκαμε, θα έλεγα. Ξεχάσαμε να νοιαζόμαστε για τον ίδιο μας τον εαυτό. Ξεχάσαμε να νιώθουμε. Τα (συν)αισθήματα άγαρμπες λέξεις που βγαίνουν από στόματα πικρά , καχεκτικά. Οι λέξεις χάνουν το νόημα και την ουσία , άδειοι στυλοβάτες μίας κάποιας αλλοτινής επιπλαστής ευτυχίας. Και εμείς άξιοι παραστάτες των «ιδεών», κοιτάμε λαβωμένοι το κενό , περιμένοντας να βρούμε το θάρρος να αναμετρηθούμε με τις κούφιες ιδέες και τη φαυλότητα που κάποτε αυτάρεσκα ασπαστήκαμε.

 

 

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Περί εκδίκησης


Ο πόθος της εκδίκησης είναι ένα από τα πιο δυνατά αισθήματα που κατακλύζουν το ανθρώπινο σώμα. Στην αίσθηση αυτήν, ο άνθρωπος αποθηριώνεται, ένστικτα πρωτόγονα οδηγούν τις πράξεις του και το μετατρέπουν σε μία μηχανή με ένα και μοναδικό σκοπό, την εκδίκηση. Όλοι πλήγωθηκαν , πληγώνονται και θα συνεχίσουν να πληγώνονται από ανθρώπους του συμφέροντος, από όντα χαιρέκακα , αλλά και από επαγγελματίες της προσβολής. Και τότε όλα τα υπόλοιπα αισθήματα εκμηδενίζονται, βρίσκονται σε λήθαργο. Η επιθυμία για εκδίκηση ποτίζει κάθε εκατοστό της ανθρώπινης ύπαρξης. Όσο μεγαλώνει ο πόθος αυτός, τόσο ο εκδικητής μειώνει τον ίδιο του τον εαυτό, φτάνει στον πάτο. Θέλει να καταστρέψει τον άλλον , να δείξει την ανωτερότητά του , το πόσο καλύτερος είναι από αυτόν και δε θα σταματήσει μέχρι να τα καταφέρει. Η εποχή μας , μία εποχή που επικροτεί το μέτριο και φαλκιδεύει το άριστο , όχι μόνο επιτρέπει , αλλά και καλλιεργεί τέτοια αισθήματα και σκοπούς. Όλο και πιο χαμηλά, όπως προστάζει το σήμερα. Το «εγώ» του ανθρώπου γιγαντώνεται, ορθώνεται αμείλικτο και επιχειρεί να υποτάξει όλα τα άλλα «εγώ». Η εξουσιομανία δεν είναι άλλωστε αποτέλεσμα και προϊόν της εκδίκησης? Εγώ μπορώ, εγώ θα τα καταφέρω, εγώ θα δείξω στους υπολοίπους το σωστό, εγώ θα γκρεμίσω τους άλλους , όπως αυτοί γκρεμίζουν καθημερινά εμένα…  Πνίγεσαι μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό, προσπαθείς να δημιουργήσεις ένα δυνατό «εγώ» υποσκελίζοντας τους άλλους και γοητευμένος από αυτή σου την ικανότητα , αψηφάς πως χρήζεσαι μέτριος σε μία κοινωνία μετρίων.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

"Τα κατάφερα"...


Ήταν εκείνο το αδιόρατο αίσθημα πικρίας που τη συντρόφευε κάθε φορά. Μόνο που τούτη τη φορά είχε τη γεύση της αλμύρας της θάλασσας και της καλοκαιρινής μπόρας . Τα ξερά της χείλια ποθούσαν λίγο ακόμα κρασί, λίγο ακόμα από το μαγικό αυτό ποτό της αυταπάτης και των ψευδαισθήσεων. Και αυτή τη φορά είχε πέσει έξω. Είχε εκτιμήσει λάθος τα συμβεβηκότα , όπως συνήθιζε να λέει με στόμφο εκείνος . Κι όμως , πώς ήταν δυνατόν; Έξω φυσούσε και η φιγούρα του όλο και ξεμάκραινε. Τον παρακολουθούσε πίσω από το σκονισμένο τζάμι , όπως τότε που τον είχε πρωτοδεί. Έπιασε στα χέρια της το ποτήρι με το κόκκινο κρασί και το άφησε να ποτίσει τα ξεβαμμένα της χείλια. Η ζωγραφισμένη ευτυχία στο χαμόγελό της είχε εξαφανιστεί εν μια νυκτί μαζί με το κόκκινο κραγιόν της . Αυτό που είχε μείνει ήταν ένα στόμα χρωματισμένο με τα αλλοτινά χρώματα της παρελθούσης ευτυχίας , μίας πλασματικής ευτυχίας που συνέχιζε να την κρατά φυλακισμένη και παγιδευμένη στο βυθό του ψεύδους. «Με κούρασε η φιλοδοξία και η ματαιοπονία σου» ,της είχε πει. Μα τι ήξερε αυτός από φιλοδοξίες, αυτός που δεν προσπάθησε ποτέ για τίποτα , που δεν αγωνίστηκε , που περίμενε στωικά τα πάντα; Εκείνη , αντίθετα, με όπλο το θάρρος , το θράσος , τη επιμονή και τη δίψα για χρήματα και καταξίωση έκτισε τα πάντα μόνη της . Μια ολάκερη αυτοκρατορία , μια επιτυχημένη εταιρία και μία ευτυχισμένη οικογένεια . Είχε καταφέρει τα πάντα. Μόνο που κάπου εκεί στην προσπάθεια , βυθίστηκε. Εχθροί με μάσκες φίλων , ζήλια , απληστία , αλλά και η δική της πάντα άσβεστη δίψα της καταξίωσης , την έκαναν ένα άκαρδο μηχάνημα, μια μηχανή απαλλαγμένη από συναισθήματα, που δούλευε για να πετύχει αυτά που της είχαν κάποιοι ορίσει. Όσο την πολεμούσαν , τόσο προσπαθούσε . «Θα σας διαλύσω» , έλεγε . «Μία μέρα όλοι θα μιλούν για μένα». Και τελικά δεν κατάφερε τίποτα.  Το τέλος ήταν κοντά και στο νου της έφερε εκείνο το ποιήμα: «Είδα με τρόμο ξαφνικά πόσο είχαμε σταθεί για πάντα ξένοι». Το κλάμα του μωρού ακούστηκε σε ολόκληρο το σπίτι και το ποτήρι του κρασιού έπεσε από τα άψυχα χέρια της.